κῶμος

κῶμος
пир, попойка, шумное гуляние; син. κραιπάλη, μέθη, οἰνοφλυγία, πότος.

Ελληνικά-Ρωσικά λεξικό στα κείμενα της Καινής Διαθήκης (Греческо-русский словарь к текстам Нового Завета). 2014.

Смотреть что такое "κῶμος" в других словарях:

  • Κῶμος — revel masc nom sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • κῶμος — revel masc nom sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • κώμος — Αρχαιοελληνική γιορτή με μουσική και χορούς. Πολλές φορές μετά τα συμπόσια οι καλεσμένοι έβγαιναν στους δρόμους με λαμπάδες και στεφάνια και έκαναν παρέλαση τραγουδώντας με τη συνοδεία μουσικής. Αργότερα, οργανώνονταν κ. για να τιμηθούν ορισμένοι …   Dictionary of Greek

  • Κῶμε — Κῶμος revel masc voc sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • κῶμε — κῶμος revel masc voc sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • Κῶμοι — Κῶμος revel masc nom/voc pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • κῶμοι — κῶμος revel masc nom/voc pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • Κῶμον — Κῶμος revel masc acc sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • κῶμον — κῶμος revel masc acc sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • Κώμοιο — Κῶμος revel masc gen sg (epic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • Κώμοις — Κῶμος revel masc dat pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)


Поделиться ссылкой на выделенное

Прямая ссылка:
Нажмите правой клавишей мыши и выберите «Копировать ссылку»